Το Φυλάκιο (5ος αιώνας π.Χ.)

 

       Η χερσόνησος της Αγ. Τριάδας ταυτίζεται με την αναφερόμενη από τον Στράβωνα Μινώα Άκρα (το νησάκι της Μονεμβασιάς σήμερα, χερσόνησο κατά την αρχαιότητα) την οποία σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο Αθηναίος στρατηγός Νικίας (469-413 π.χ.) είχε οχυρώσει και εγκαταστήσει φρουρά, Ο Νικίας ήταν μέλος της Αθηναϊκής αριστοκρατίας καθώς είχε κληρονομήσει μία τεράστια περιουσία από τον πατέρα του, Νικήρατο. Μετά τον θάνατο του Περικλή το 429 π.χ. έγινε ο κύριος ανταγωνιστής του Κλέωνα και των δημοκρατών, στον αγώνα για την πολιτική ηγεσία του αθηναϊκού κράτους. Ο κύριος στόχος του ήταν να επιτύχει ειρήνη με την Σπάρτη, με παράλληλα ευνοϊκούς όρους για την Αθήνα. Εκλέχτηκε για να υπηρετήσει ως στρατηγός την Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πόλεμου. Οδήγησε διάφορες αποστολές που πέτυχαν λίγα. Εντούτοις, ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος αρμόδιος για τις επιτυχείς διαπραγματεύσεις, που οδήγησαν στην ειρήνη του Νικία (ή Νικίειος ειρήνη) στα μέσα του 421 π.χ., η οποία κράτησε 6 χρόνια.

       Στη βόρεια πλαγιά της χερσονήσου, κοντά στο ναό της Αγίας Τριάδας, σώζονται τοίχοι ύστερου αρχαϊκού οικοδομήματος που πιθανότατα σχετίζεται με φυλάκιο (οίκημα προορισμένο για τη στέγαση ενός μικρού αριθμού στρατιωτών, οι οποίοι έχουν ως αποστολή την φύλαξης της περιοχής).

         Στη ρωμαϊκή περίοδο οικοδομήθηκαν δύο αγροικίες. Η μεγαλύτερη εξ αυτών οικοδομήθηκε μέσα και γύρω από  το αρχαϊκό κτήριο. Από αυτήν σώζονται συνολικά δεκαεννέα δωμάτια και λουτρό. Εξ αυτών, επτά δωμάτια επικοινωνούν με εσωτερική αυλή που φέρει κυκλική κατασκευή (αλώνι). Η δεύτερη αγροικία οικοδομήθηκε στα Β.Δ. του αρχαϊκού κτίσματος. Σώζονται πέντε ορθογώνια δωμάτια και ένας κυκλικός φούρνος σε υπαίθριο χώρο.

(Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού) (Νικίας – wikipedia)

κάντε κλικ στην εικόνα για να δείτε 28 φωτογραφίες του αρχαιολογικού χώρου.

   Μια από τις καθοριστικές συγκρούσεις Ελλήνων και Περσών  έγινε στις 28 ή 29 (κατ’ άλλους στις 22) Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. στα στενά μεταξύ του νησιού της Σαλαμίνας και των ακτών της Αττικής. Μετά τις Θερμοπύλες , η μόνη αμυντική γραμμή για τους Έλληνες ήταν ο ισθμός της Κορίνθου. Ύστερα από τις συγκρούσεις στο Αρτεμίσιο, την εκκένωση της Αθήνας από τους κατοίκους της και την κατάληψη της από τους Πέρσες , ένα μέρος του ελληνικού στόλου, αποτελούμενο από 366 έως 378 περίπου τριήρεις , υπό την αρχηγία του Ευρυβιάδη του Λακεδαιμόνιου συγκεντρώθηκε στην Σαλαμίνα. Οι 180 τριήρεις ήταν Αθηναϊκές, υπό την αρχηγεία του Θεμιστοκλή. Ο Περσικός στόλος αριθμούσε  1.207 πλοία, αλλά σύγχρονες μελέτες αναφέρουν ότι μπορεί να ήταν μόνο 600 έως 800.

   Οι αρχηγοί του Ελληνικού στόλου συσκέφθηκαν για να αποφασίσουν τον καταλληλότερο τόπο να ναυμαχήσουν.  Ο Θεμιστοκλής πρότεινε τα στενά της Σαλαμίνας, διότι ο Ελληνικός στόλος, μικρότερος από τον Περσικό, μπορούσε να ελιχθεί καλύτερα και δεν κινδύνευε να κυκλωθεί από τα εχθρικά πλοία. Η πλειοψηφία όμως των στρατηγών πρότεινε να διεξαχθεί η ναυμαχία στον Ισθμό, για να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο και σε έσχατη περίπτωση, αν επικρατούσαν οι Πέρσες, να έχουν τη δυνατότητα να διαφύγουν. Σε νέα σύσκεψη ο Θεμιστοκλής απείλησε ότι αν δεν ναυμαχούσαν στη Σαλαμίνα, ο Αθηναϊκός στόλος θα αποσυρόταν και οι Αθηναίοι θα μετανάστευαν στη Σίρι της Κάτω Ιταλίας. Ο Ευρυβιάδης πείστηκε και άρχισαν οι ετοιμασίες. Την επόμενη μέρα όμως – και παραμονή της ναυμαχίας- οι γνώμες των στρατηγών διχάστηκαν. Οι Αθηναίοι, Αιγινήτες και Μεγαρείς επέμεναν να ναυμαχήσουν στα στενά ενώ οι Πελοποννήσιοι προτιμούσαν τον Ισθμό. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή φοβήθηκε μήπως επικρατήσει η δεύτερη γνώμη, έστειλε κρυφά στον Ξέρξη τον παιδαγωγό των παιδιών του Σίκινο, με το μήνυμα ότι ο ελληνικός στόλος ετοιμαζόταν να διαφύγει και πως αν ήθελε την νίκη έπρεπε να επιτεθεί αμέσως.

   Ο Περσικός στόλος κινητοποιήθηκε αμέσως προκειμένου να πετύχει αιφνιδιασμό. Το μεγαλύτερο μέρος του περσικού στόλου είχε συγκεντρωθεί μεταξύ Ψυτάλλειας και Σαλαμίνας, ενώ τα υπόλοιπα πλοία είχαν κλείσει όλα τα πιθανά περάσματα.Η σύγκρουση έλαβε χώρα στις ακτές της Σαλαμίνας , όπου ο χώρος ήταν τόσο στενός , ώστε στο πρώτο μέτωπο τα περσικά πλοία που ήταν δυνατόν να παραταχθούν ήταν ισάριθμα με τα ελληνικά. Οι Πέρσες είχαν πλεονέκτημα λόγω αριθμητικής υπεροχής και περισσότερων ποιοτικών πλοίων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν καλύτερους ναυτικούς ενώ τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία (και κατ’ επέκταση το μεγαλύτερο μέρος του στόλου) είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα και τα πληρώματα τους δεν ήταν έμπειρα. Η πιο κοινή θαλάσσια τακτική στην Μεσόγειο εκείνο τον καιρό ήταν ο εμβολισμός (οι τριήρεις ήταν εξοπλισμένες με ένα έμβολο), ή η χρησιμοποίηση οπλιτών. Οι Πέρσες και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν ελιγμό που ήταν γνωστός ως «διέκπλους». Κατά τον ελιγμό αυτόν, το πλοίο εισχωρούσε σε κενό μεταξύ πλοίων της εχθρικής παράταξης και έστρεφε την πλώρη του απότομα, εμβολίζοντας το εχθρικό πλοίο στα πλευρά. Οι Πέρσες είχαν αρκετά έμπειρους ναυτικούς για τον ελιγμό αυτό, αλλά οι Έλληνες είχαν σχεδιάσει μια τακτική για να τον εξουδετερώσουν.

   Υπήρξαν πολλές συζητήσεις σχετικά με το αξιόμαχο του ελληνικού και του περσικού στόλου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα, άρα και λιγότερο ευέλικτα. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα εκ κατασκευής ή δεν είχαν στεγνώσει από τον χειμώνα. Άλλοι αναφέρουν ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων προερχόταν από το βάρος των οπλιτών, είκοσι από τους οποίους φαίνεται να ζύγιζαν (με τον εξοπλισμό τους) δύο τόνους. Το μεγάλο βάρος θα μείωνε τις πιθανότητες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον διέκπλουν. Οι Έλληνες είχαν περισσότερους από το κανονικό οπλίτες, γιατί η κύρια τακτική τους ήταν η επιβίβαση (ρεσάλτο). Πράγματι, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν βύθιζαν πλοία στο Αρτεμίσιο, αλλά τα αιχμαλώτιζαν.Μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών διατυπώθηκε η άποψη ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων τους επέτρεψε να αντέξουν τους ισχυρούς ανέμους στις ακτές της Σαλαμίνας και να αποφύγουν τον εμβολισμό ή μάλλον τις συνέπειές του.

   Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης δηλώνει ότι ο Ξέρξης έστειλε τους Αιγύπτιους να κλείσουν τον δίαυλο μεταξύ Σαλαμίνας και Μεγάρων. (…ὁ δὲ Θεμιστοκλῆς ὁρῶν τὸν μὲν ναύαρχον Εὐρυβιάδην μὴ δυνάμενον περιγενέσθαι τῆς τοῦ πλήθους ὁρμῆς, τὰς δὲ περὶ Σαλαμῖνα δυσχωρίας δύνασθαι πολλὰ συμβαλέσθαι πρὸς τὴν νίκην, ἐμηχανήσατό τι τοιοῦτον· ἔπεισέ τινα πρὸς τὸν Ξέρξην αὐτομολῆσαι καὶ διαβεβαιώσασθαι, διότι μέλλουσιν αἱ κατὰ Σαλαμῖνα νῆες ἀποδιδράσκειν ἐκ τῶν τόπων καὶ πρὸς τὸν Ἰσθμὸν ἀθροίζεσθαι. διόπερ ὁ βασιλεὺς διὰ τὴν πιθανότητα τῶν προσαγγελθέντων πιστεύσας, ἔσπευδε κωλῦσαι τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῶν Ἑλλήνων τοῖς πεζοῖς στρατοπέδοις πλησιάζειν. εὐθὺς οὖν τὸ τῶν Αἰγυπτίων ναυτικὸν ἐξέπεμψε, προστάξας ἐμφράττειν τὸν μεταξὺ πόρον τῆς τε Σαλαμῖνος καὶ τῆς Μεγαρίδος χώρας).

   Μέχρι το σούρουπο ο Περσικός στόλος είχε κατατροπωθεί και αναζήτησε καταφύγιο στο Φάληρο. Οι απώλειες του ήταν 200 πλοία, ενώ οι Έλληνες είχαν χάσει 40. Η αναλογία σε άνδρες ήταν πολύ μεγαλύτερη για τους Πέρσες, γιατί πολλοί δεν ήξεραν να κολυμπούν. Επιπλέον, εξοντώθηκε η περσική φρουρά της Ψυτάλλειας που την αποτελούσαν κυρίως επιφανείς Πέρσες και εκλεκτοί πολεμιστές. Η νίκη αυτή των Ελλήνων, αποτέλεσμα όχι μόνο της στρατηγικής σκέψης και της ναυτικής δεινότητας τους, αλλά της ομοψυχίας και της γενναιότητας τους, σήμαινε την αρχή του τέλους για τα επεκτατικά σχέδια των Περσών κατά της Ελλάδας.

(Πηγή: Δήμος Σαλαμίνας – Wikipedia)

κάντε κλικ στην εικόνα για να δείτε σε υψηλή ανάλυση τις λεπτομέρειες του χάρτη που αφορούν την περιοχή της Αγίας Τριάδας. (Για ακόμη μεγαλύτερη ανάλυση κάντε και δεύτερο κλικ και μετά επιπλέον μεγένθυση με τον τροχό του ποντικιού.)

   Η χερσόνησος της Αγίας Τριάδας λοιπόν, “φιλοξένησε” κατά την περίοδο εκείνη περίπου 160 αιγυπτιακές τριήρεις, δίχως φυσικά να εμπλακούν σε μάχη. Το θέαμα όμως και μόνο θα ήταν εντυπωσιακό, αν αναλογιστούμε ότι τα πλοία αυτά είχαν μήκος περίπου 40 μέτρα και ζύγιζαν 70 και πλέον τόνους. Ο παραπάνω χάρτης είναι ο παλαιότερος που βρήκαμε (Μάρτιος του 1785) να απεικονίζει την ναυμαχία και να καταγράφει τον αιγυπτιακό στόλο. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, με την τριήρη Ολυμπιάς, θα σας δώσουν μια καλή ιδέα για το πως έμοιαζαν τα πλοία, καθώς αποτελεί πιστό αντίγραφο.

Η τριήρης Ολυμπιάς (η κατασκευή της ολοκληρώθηκε το 1987).

Τεχνικά στοιχεία για την τριήρη Ολυμπιάς.

Εσωτερική άποψη της θέσης των κωπηλατών μιας τριήρους.

   Ο αρχαιολογικός χώρος της χερσονήσου της Αγίας Τριάδας, γνωστός ως «Φυλάκιο», οφείλει την ύπαρξη του στο Μεγαρικό Ψήφισμα, το οποίο είναι η απόφαση της εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων (πιθανόν γύρω στο 433 π.Χ.) να επιβάλει αυστηρό και καθολικό εμπάργκο στα προϊόντα των Μεγαρέων σε όλη την επικράτεια της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Ο οικονομικός αποκλεισμός αποφασίστηκε με την αιτιολογία ότι οι Μεγαρείς υπέθαλπαν φυγάδες της Αθήνας και καλλιεργούσαν ιερά εδάφη στην Ελευσίνα, περιοχή που βρισκόταν στα όρια της Αθηναϊκής και Μεγαρικής επικράτειας και που ανήκε πάντως στην Αθήνα. Η βασικότερη ένσταση ήταν ότι παρέβησαν την εντολή “την ιεράν οργάδα μη εργάζεσθαι”. Ορισμένοι θεωρούν το μέτρο ως μία από τις σημαντικές αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά ο Θουκυδίδης το αντιμετωπίζει από δευτερεύον έως και ασήμαντο.

   «Το φθινόπωρο του 429 π.Χ., έχοντας ήδη ηττηθεί δύο φορές από τον Φορμίωνα, ο Πελοποννησιακός στόλος αποσύρθηκε στο Λέχαιο. Πριν όμως διώξουν τα πληρώματα ενόψει του επερχόμενου χειμώνα, οι αρχηγοί του, αποφάσισαν να επιχειρήσουν μια επίθεση έκπληξη στον Πειραιά που εκείνη την εποχή ήταν απροστάτευτος. Οκτώ χιλιάδες οπλίτες έφτασαν με τα πόδια στο λιμάνι της Νίσαιας, την σημερινή Πάχη, όπου τους περίμεναν 40 τριήρεις. Διάφορες όμως συγκυρίες (καιρός και πλοία σε άσχημη κατάσταση) ματαίωσαν την επίθεση αυτή. Τότε αποφάσισαν αφού ήταν ήδη εκεί να επιτεθούν σε ένα Αθηναϊκό οχυρό που βρίσκονταν στο Δυτικότερο ακρωτήρι του νησιού της Σαλαμίνας, απέναντι από την πόλη των Μεγάρων. Το οχυρό αυτό ονομάζονταν Βούδουρο και είχε μάλιστα την υποστήριξη 3 Αθηναϊκών τριηρών που περιπολούσαν το στενό σε μια προσπάθεια να αποκλείσουν τα  λιμάνια των Μεγάρων. Η επίθεση ήταν απόλυτα επιτυχημένη και σύντομα είχαν καταλάβει όχι μόνο το οχυρό αλλά ολόκληρο το νησί. Οι υπερασπιστές του οχυρού όμως, κατάφεραν να ενημερώσουν για την επίθεση τον Πειραιά ανάβοντας φωτιές και εν συνεχεία οι Πειραιώτες ενημέρωσαν με τον ίδιο τρόπο τους Αθηναίους. Το επόμενο πρωί κιόλας, οι Αθηναίοι κατάφεραν να συγκροτήσουν στόλο και ξεκίνησαν να ανακαταλάβουν το οχυρό. Οι Πελοποννήσιοι αποσύρθηκαν αμέσως μόλις έμαθαν τα νέα και λίγο αργότερα έφυγαν για την Κόρινθο, ενώ ο Αθηναϊκός στόλος επέτρεψε στη βάση του».

   Αυτή είναι η μοναδική αναφορά για το φρούριο Βούδουρο, που μας δίνει ο Θουκυδίδης. Το φυλάκιο λοιπόν της Αγίας Τριάδας φαίνεται να είναι υποστηρικτική κατασκευή του κυρίως φρουρίου. Η ακριβής ημερομηνία κατασκευής του και κατ’ επέκταση του μικρού φυλακίου της χερσονήσου είναι άγνωστη, αλλά λόγω του ότι ο αποκλεισμός των Μεγάρων από την Αθήνα ξεκίνησε με το Μεγαρικό Ψήφισμα και εντάθηκε τα επόμενα χρόνια εικάζουμε ότι πρέπει να κτίστηκε κάποια στιγμή μεταξύ 431π.Χ. και 424π.Χ. Το οχυρό μάλλον εγκαταλείφθηκε με την κατάκτηση του λιμανιού της Νίσαιας το 424π.Χ, διότι τους βόλευε καλύτερα στην εποπτεία της πόλης των Μεγάρων.

Χάρτης που απεικονίζει την ακριβή θέση του οχυρού Βούδουρο, κατά τον καθηγητή Wallace E. McLeod, της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών σπουδών της Αθήνας.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρη την μελέτη του καθηγητή Wallace_BOUDORON, AN ATHENIAN FORT ON SALAMIS